Telegramm

Σάββατο, 19 Μαι 2012

Βρισκεστε στη σελιδα Υγεια Ευζωια Eνας σεφ απο τη Θράκη με..Όσκαρ
Σφάλμα
  • XML Parsing Error at 1:454. Error 4: not well-formed (invalid token)

Eνας σεφ απο τη Θράκη με..Όσκαρ

E-mail Εκτύπωση PDF
Eνας σεφ απο τη Θράκη με..Όσκαρ

Ένας Θρακιώτης σεφ απέσπασε το 1ο Παγκόσμιο βραβείο για την Κινέζικη Κουζίνα στον ετήσιο διεθνή διαγωνισμό των βραβείων Gourmand World Cookbook Awards 2009 ,που θεωρούνται τα Όσκαρ στο χώρο των μαγειρικών εκδόσεων.Ο λόγος για τον διάσημο σεφ, συγγραφέα βιβλίων μαγειρικής  και συντάκτη γαστρονομίας Βαγγέλη Δρίσκα, του οποίου το βιβλίο «Κινέζικη Κουζίνα» βραβεύτηκε

ως το «Καλύτερο Βιβλίο Κινέζικης Κουζίνας στον Κόσμο» (1st prize – Best Chinese Cuisine Book in the World).Ο ανταγωνισμός ήταν σκληρός καθώς το βιβλίο ήταν συνυποψήφιο με άλλα 11 βιβλία για την κινέζικη κουζίνα από: Καναδά, Μ. Βρετανία, ΗΠΑ, Κίνα, Αυστρία, Ιαπωνία, Μαλαισία, Πορτογαλία, Σιγκαπούρη, Σουηδία και Γαλλία αλλά κατάφερε να κατακτήσει την πρώτη θέση.

 

Η τελετή για την απονομή των βραβείων Gourmand World Cookbook Awards 2009. έγινε πρόσφατα στο Παρίσι, στο ιστορικό θέατρο Comedie-Francaise .

Τα Gourmand World Cookbook Awards (http://www.cookbookfair.com ) είναι διεθνής διαγωνισμός που αξιολογεί και βραβεύει τις εκδόσεις μαγειρικής από όλο τον κόσμο. Θεωρούνται τα βραβεία Όσκαρ για τον κόσμο του φαγητού και του ποτού. Δημιουργήθηκαν το 1995 από τον Edouard Cointreau με σκοπό να επιβραβεύσουν όσους «μαγειρεύουν και πίνουν μέσα από τις λέξεις» και να κάνουν ευρύτερα γνωστά στον κόσμο τα βιβλία της μαγειρικής. Είναι εντυπωσιακό πως για τα βραβεία του 2008 υποβλήθηκαν στον διαγωνισμό μέσα στο 2007 περισσότερα από 8000 νέα βιβλία μαγειρικής από 106 χώρες. Κάθε χρόνο λοιπόν ο συναγωνισμός είναι πολύ σκληρός και τα βραβεία είναι εξαιρετικά τιμητικά τόσο για τους συγγραφείς όσο και για τους εκδότες

Η «Κινέζικη Κουζίνα» ήταν το μόνο βιβλίο από την Ελλάδα που συμμετείχε στην τελική φάση του φετινού διαγωνισμού (και στις 55 κατηγορίες του).

Η «Κινέζικη Κουζίνα» είναι ο απαραίτητος σύμμαχος για όποιον επιθυμεί να μυηθεί στις γεύσεις της Κίνας. Ο Βαγγέλης Δρίσκας ταξίδεψε, δοκίμασε την αυθεντική κινέζικη κουζίνα, ερεύνησε και την παρουσιάζει με απλό και κατανοητό τρόπο.

Ο Ανδρέας Ευσταθίου, φωτογράφησε την κινέζικη πραγματικότητα: αγορές τροφίμων, εστιατόρια, υπαίθριες αγορές φαγητού και παρουσιάζει ρεαλιστικά την σύγχρονη γαστρονομική σκηνή της Κίνας

Οι συνταγές του βιβλίου είναι αυθεντικές μεν, απλοποιημένες δε ως προς την εκτέλεση, για να μπορέσετε να τις μαγειρέψετε εύκολα χωρίς μεγάλη απόκλιση από την αυθεντική γεύση.

Ο Βαγγέλης Δρίσκας, που  το φετινό 1ο Βραβείο επιβεβαιώνει πως  είναι από τους καλύτερους συγγραφείς βιβλίων μαγειρικής στον κόσμο, μας μίλησε για τη βράβευσή του αυτή, για την τοπική και παγκόσμια γαστρονομία, για τη δική του κουζίνα, για τα φρέσκα μυρωδικά και τα μπαχαρικά που τον γοητεύουν και για τις μυρωδιές, τις γεύσεις και τις εικόνες της Θράκης, που συχνά ανακαλεί όταν πρόκειται να μαγειρέψει κάτι

-Βραβευτήκατε με το πρώτο παγκόσμιο βραβείο για το βιβλίο σας «Κινέζικη κουζίνα». Πως νοιώσατε και τι σημαίνει για σας αυτή η βράβευση;

«Χαρά για την επιβράβευση στα Gourmand World Cookbook Awards 2009, σε ένα θεσμό που αξιολογεί εκδόσεις που αφορούν την γαστρονομία. Είναι ένα σπουδαίο βραβείο, αφού οι υποψηφιότητες είναι αρκετές χιλιάδες κάθε χρόνο. Για παράδειγμα, το 2007 υποβλήθηκαν περισσότερα από 8.000 νέα βιβλία από όλο τον κόσμο και οι τελικοί νικητές συνολικά σε όλες τις κατηγορίες του διαγωνισμού είναι 55. Με την βράβευση αυτή, γίνεσαι γνωστός σε όλο τον κόσμο, κυριότερα στους ανθρώπους που ασχολούνται με γαστρονομικές εκδόσεις. Από αυτό μπορεί να προκύψουν συνεργασίες, προτάσεις για έκδοση των βραβευμένων βιβλίων και σε άλλες χώρες.»

-Πόσο σκληρός ήταν ο ανταγωνισμός;

«Ο ανταγωνισμός ήταν πολύ σκληρός. Στην συγκεκριμένη κατηγορία για το καλύτερο βιβλίο για την κινέζικη κουζίνα, προκρίθηκαν 11 βιβλία (στην τελική φάση μείναμε 4) μεταξύ των οποίων τα 2 βιβλία ήταν από κινέζους συγγραφείς, μία κινέζα σεφ που έχει εκπομπή μαγειρικής στο BBC και μία κινέζα δημοσιογράφος που έχει και σχολή μαγειρικής στο Πεκίνο. Το να πάρει το βραβείο ένας Έλληνας για την Κινέζικη κουζίνα σίγουρα ήταν μεγάλη έκπληξη γι’ αυτούς, αλλά όπως γράφτηκε σχετικά στο βιβλίο με τις υποψηφιότητες, το βιβλίο μου αποτυπώνει την πραγματικότητα και περιγράφει με γλαφυρό τρόπο την αυθεντική κινέζικη κουζίνα.»

-Γιατί επιλέξατε να ασχοληθείτε με την Κινέζικη κουζίνα και πως γράψατε το βιβλίο;

«Όλα ξεκίνησαν ένα χρόνο πριν τους Ολυμπιακούς αγώνες του Πεκίνου, όταν ταξίδεψα στην Κίνα όντας και πάλι υποψήφιος στον διαγωνισμό Gourmand με το προηγούμενο βιβλίο μου «Ένας χρόνος στην κουζίνα του Βαγγέλη Δρίσκα» το οποίο απέσπασε 2 διεθνείς τιμητικές διακρίσεις, «Καλύτερη Φωτογράφηση Βιβλίου Μαγειρικής στον Κόσμο» για τις εξαιρετικές φωτογραφίες του συνεργάτη μου Ανδρέα Ευσταθίου και «Καλύτερου Βιβλίου με Τηλεοπτικές Συνταγές στον Κόσμο». Εκεί ταξιδέψαμε με τον Ανδρέα και καταγράφαμε ό,τι είχε σχέση με την γαστρονομία, χωρίς να έχω στο μυαλό μου μία έκδοση. Μπήκαμε με την βοήθεια ενός φιλικού ζευγαριού σε κινέζικα νοικοκυριά, δοκιμάσαμε αυθεντικά πιάτα, επισκεφτήκαμε αγορές, χωριά όπου δεν είχε πατήσει το πόδι του ξένος μάλλον άλλη φορά. Με την επιστροφή μας στην Αθήνα, φίλοι, γνωστοί και οι μαθητές μου στην σχολή μαγειρικής που διδάσκω και στα σεμινάρια, έδειξαν τεράστιο ενδιαφέρον για τις γαστρονομικές μας περιπέτειες αλλά και γενικότερα για ό,τι ζήσαμε στο ταξίδι σαν εμπειρία και αποφασίσαμε πως καλό θα ήταν να μοιραστούμε τις εμπειρίες αυτές με περισσότερους. Εξάλλου, η Κίνα ήταν στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος και οτιδήποτε σχετικό με τον κινέζικο πολιτισμό ήταν εξαιρετικά επίκαιρο. Βέβαια, διάλεξα συνταγές που είναι βατές με τα γούστα των Ελλήνων (υπάρχουν πολλές γευστικές ομοιότητες στις δύο κουζίνες), περιέγραψα όσο γίνεται πιο απλά την παρασκευή των πιάτων και πρόσθεσα στο βιβλίο και ένα πίνακα με υποκατάστατα των κινέζικων υλικών, με υλικά που υπάρχουν στα περισσότερα ελληνικά νοικοκυριά, για να μπορούν να μαγειρέψουν κινέζικα πιάτα σε όλη την Ελλάδα ακόμη και αν δεν έχουν όλα τα υλικά, χωρίς όμως να αποκλίνουν πολύ από την αυθεντική γεύση.»

-Πότε μαγειρέψατε για πρώτη φορά;

«Μεγάλωσα μέσα σε μία οικογένεια που ασχολιόταν επαγγελματικά με το φαγητό και θυμάμαι από πολύ μικρός να ανακατεύω πάντα κάτι στην κουζίνα. Η πρώτη μου δημιουργία πάντως ήταν μία σφολιάτα όταν ήμουν στα 14 και αυτό ήταν καθοριστικό για να διαλέξω αυτό το επάγγελμα. Ένιωσα πως η μαγειρική είναι μία δημιουργική διαδικασία που προκαλεί την φαντασία και ότι μπορεί να γίνει μία δουλειά που μου ταιριάζει.»

-Πόσα χρόνια ασχολείστε με τη μαγειρική;

«Επαγγελματικά σχεδόν 20 χρόνια. Ξεκίνησα σαν σεφ σε εστιατόρια, τα τελευταία  χρόνια είμαι σύμβουλος σε εστιατόρια και εταιρίες τροφίμων, διδάσκω σε σχολή μαγειρικής, παραδίδω σεμινάρια σε ερασιτέχνες μαγείρους, αρθρογραφώ στο Gourmet της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, είμαι συγγραφέας 4 επιτυχημένων βιβλίων και τώρα ετοιμάζω το πέμπτο, μαγείρεψα για πολλά χρόνια καθημερινά στην τηλεόραση και από τον Σεπτέμβρη του 2009 ξεκινάω ένα νέο είδος μαγειρικών εκπομπών στο ραδιόφωνο του ΑLPHA 98.9 κάθε Σαββατοκύριακο.»

-Υπήρχε κάποια παράδοση στην οικογένεια;

«Πολλοί από τους συγγενείς ασχολιόντουσαν με το φαγητό επαγγελματικά οπότε εξοικειώθηκα με την κουζίνα από μικρός. Στο σπίτι φυσικά οι δύο γιαγιάδες, η μία Ηπειρώτισσα και η άλλη από την Μάκρη Αλεξανδρούπολης έκαναν θαύματα, εκπληκτικά πιάτα. Οι γονείς μου είχαν ζαχαροπλαστείο στην Κομοτηνή και στην Αλεξανδρούπολη και έτσι είχα την ευκαιρία να αποκτήσω από πρώτο χέρι και πολλές γνώσεις για την ζαχαροπλαστική.»

-Ποιο είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της κουζίνας σας;

«Θα χρησιμοποιήσω μία έκφραση που είπαν άλλοι για να περιγράψουν αυτό που κάνω. Με περιέγραψαν σαν την γέφυρα μεταξύ των σεφ και του μάγειρα στο σπίτι. Αυτό που κάνω είναι μαγειρική με σεφίστικη αντίληψη, με φαντασία, με πρωτότυπους συνδυασμούς υλικών αλλά απλοποιημένη στην εκτέλεσή της ώστε να μπορεί και ο ερασιτέχνης μάγειρας να φτιάξει ευφάνταστα και δημιουργικά πιάτα στην κουζίνα του σπιτιού του. Το στίγμα μου είναι η μεσογειακή κουζίνα που έχει στοιχεία από όλες τις κουζίνες των χωρών που βρέχονται από την Μεσόγειο και λίγο πολύ έχουν τα ίδια υλικά, μόνο που τα χρησιμοποιούν με διαφορετικούς τρόπους και η ελληνική δημιουργική κουζίνα. Χρησιμοποιώ πολλά φρέσκα αρωματικά και μπαχαρικά, που μπορούν να αναβαθμίσουν και τις πιο απλές γεύσεις και τα οποία αποτέλεσαν την έμπνευσή μου για την συγγραφή του βιβλίου μου «Αρωματική Κουζίνα-η μαγειρική με μυρωδικά και μπαχαρικά».

-Από πού εμπνέεστε  τις συνταγές σας;

«Από ταξίδια, από πιάτα που δοκιμάζω, από πολύ διάβασμα και έρευνα ακόμη και από λογοτεχνικά ή ιστορικά βιβλία και κυρίως από την πειραματική διάθεση όταν είναι έντονη κατά καιρούς. Βάζω στον πάγκο διάφορα υλικά και προσπαθώ να βρω τρόπους για να τα συνδυάσω μεταξύ τους. Προϋπόθεση είναι οι γνώσεις τόσο για το κάθε υλικό ξεχωριστά, τι γεύση έχει, πώς μαγειρεύεται, με τι ταιριάζει και η γνώση των τεχνικών της μαγειρικής.»

-Ποια υλικά σας γοητεύουν περισσότερο;

«Πρώτα από όλα τα φρέσκα μυρωδικά και τα μπαχαρικά. Σε ένα μικρό αυτοσχέδιο «κήπο» έχω τουλάχιστον 15 διαφορετικά μυρωδικά και στα ράφια της κουζίνας μου πάνω από 60 μπαχαρικά τα οποία συνδυάζω συνέχεια σε καινούργιους συνδυασμούς μεταξύ τους.  Από εκεί και πέρα, μου αρέσει να μαγειρεύω με υλικά εποχής, κάθε ένα έχει την χάρη του και στην εποχή του έχει σαφώς την καλύτερη γεύση αλλά και να δοκιμάζω καινούργια υλικά από άλλες κουζίνες. Ευτυχώς ανοίγουν όλο και περισσότερα εθνικά μπακάλικα που φέρνουν τρόφιμα από κάθε γωνιά του κόσμου και εγώ με την σειρά μου τα συστήνω στους αναγνώστες, στους μαθητές μου και στους επισκέπτες του site μου www.driskas.com.»

-Χρησιμοποιείτε τη λεγόμενη μοριακή γαστρονομία;

«Μόνο στα μαθήματα στην σχολή και σε κάποιες επιδείξεις στα σεμινάρια. Είναι γοητευτική και εντυπωσιακή διαδικασία, να μετατρέπεις τα υλικά σε σφαίρες και ζελέ, να παίζεις με την υφή, την εμφάνιση και την γεύση. Σε μικρές ποσότητες πιστεύω πως είναι θεμιτή γιατί εμπλουτίζει ένα πιάτο και το κάνει πιο ενδιαφέρον. Σε υπερβολικό βαθμό, αποσυντονίζει και μπερδεύει.»

-Πως ορίζεται η τέλεια γεύση;

«Φυσικά υποκειμενικά και είναι αυτό που μας δίνει την μεγαλύτερη ευχαρίστηση. Είναι άμεσα συνδεδεμένο με μνήμες, με συνήθειες, με τις συνθήκες που θα δοκιμάσουμε κάτι και με τα συναισθήματα που δημιουργούνται όταν δοκιμάζουμε αυτή την γεύση. Για έναν Έλληνα μπορεί να είναι ένα καλοψημένο κομμάτι κρέατος με τραγανή πέτσα ή ένα ουζάκι με μεζέδες, για τον Γιαπωνέζο ένα λεπτό φιλέτο ωμού ψαριού, για τον Σουηδό ρέγγες με κρέμα γάλακτος, ξύδι, ζάχαρη και άνηθο και πάει λέγοντας. Για να πλησιάσουμε πάντως την τέλεια γεύση απαραίτητη προϋπόθεση είναι τα πολύ καλής ποιότητας φρέσκα υλικά τα οποία θα πρέπει να ξέρουμε πώς θα τα μαγειρέψουμε για να πάρουμε το μάξιμουμ της γεύσης τους και πώς θα τα συνδυάσουμε μεταξύ τους ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι γοητευτικό.»

-Οι συνταγές που προτείνετε στα βιβλία σας και στις τηλεοπτικές σας εκπομπές, μπορούν να υλοποιηθούν από απλούς ανθρώπους;

«Απευθύνομαι σε όλους και σε αυτούς που ξέρουν να μαγειρεύουν, στους επαγγελματίες αλλά και στους ερασιτέχνες που μπορεί να μην έχουν τις ίδιες ανέσεις (υλικά, σκεύη, συσκευές) στην κουζίνα τους. Ακόμη και αν κάποιος είναι αδαής, οι περιγραφές των συνταγών και οι πληροφορίες για τα υλικά είναι τόσο κατανοητές που κάνουν το μαγείρεμα παιχνίδι. Προσπαθώ με απλό και κατανοητό τρόπο να εξαφανίσω τον ενδεχόμενο φόβο ή τους δισταγμούς που μπορεί να νοιώσει κανείς στην κουζίνα μην γνωρίζοντας τι πρέπει να κάνει, πώς πρέπει να μαγειρέψει ένα φαγητό. Και αυτό γίνεται με την γνώση που μοιράζομαι άπλετα με τους αναγνώστες μου. Η γνώση είναι αυτή που νικάει τον φόβο σε κάθε δραστηριότητα, οπότε μιλώντας για μαγειρική, μας αποκωδικοποιεί καταστάσεις και μας διευκολύνει. Αν για παράδειγμα ξέρει κάποιος πώς συμπεριφέρεται ένα κομμάτι κρέατος στο μαγείρεμα, την επόμενη φορά που θα ψήσει, βράσει ή τηγανίσει, η διαδικασία θα του φανεί παιχνίδι. Και χαίρομαι να ακούω από πάρα πολλούς πως μαγειρεύουν συνέχεια από τα βιβλία μου και πόσο ευχαριστιούνται το αποτέλεσμα.»

-Η μαγειρική είναι παιδεία και πολιτισμός, είναι οι μνήμες που κουβαλάμε;

«Πρώτα από όλα η μαγειρική και γενικότερα η γαστρονομία είναι μέρος του πολιτισμού κάθε λαού. Υλικά και τεχνικές που υπαγορεύτηκαν από γεωγραφικές και κλιματολογικές συνθήκες εδώ και εκατοντάδες χρόνια και είναι ενταγμένα στο καθημερινό διαιτολόγιο κάθε τόπου και αυτό συνεχίζεται από γενιά σε γενιά. Εδώ περιέχονται και οι μνήμες φαγητού που κουβαλάει ο καθένας μας. Έτσι λοιπόν μπορούμε να πούμε πως η γαστρονομία είναι ένα κομμάτι του πολιτισμού που μας επιτρέπει να μάθουμε περισσότερα και να κατανοήσουμε πολλά για κάθε λαό. Η παιδεία στην μαγειρική, είναι ό,τι μαθαίνουμε στο σπίτι, ό,τι μαθαίνουμε μόνοι μας διαβάζοντας σχετικά βιβλία και κυρίως δοκιμάζοντας νέες γεύσεις και τεχνικές μαγειρέματος, ανταλλάσοντας απόψεις και ταξιδεύοντας και δοκιμάζοντας γεύσεις από κάθε τόπο που επισκεπτόμαστε εντός και εκτός Ελλάδας.»

-Γεννηθήκατε στην Κομοτηνή και μεγαλώσατε στην Αλεξανδρούπολη. Η κουζίνα σας έχει μνήμες, μυρωδιές της Θράκης;

«Οι μνήμες του φαγητού που έχει ο καθένας μας από μικρό παιδί είναι καθοριστικές. Πάντα δεν ανατρέχουμε σ’ αυτά που έφτιαχνε η μητέρα μας, το οικογενειακό τραπέζι σε γιορτές, οι συνεστιάσεις με φίλους και οικογένεια σε διάφορες περιπτώσεις; Έχοντας την τύχη να μεγαλώσω στην Θράκη που έχει πλούσια γαστρονομική παράδοση αλλά και σε εποχές που τα τρόφιμα ήταν όντως εποχικά, οπότε όλα είχαν την σωστή γεύση, στο μυαλό μου έχουν καταχωρηθεί μυρωδιές, γεύσεις, εικόνες που συχνά ανακαλώ όταν πρόκειται να μαγειρέψω κάτι. Για παράδειγμα το χοιρινό με λάχανο ή η κότα με ξινολάχανο, χαρακτηριστικά πιάτα της Θράκης, είναι δύο από τα αγαπημένα μου που τα μαγειρεύω σε παραλλαγές όπως ένα μπιφτεκάκι με χοιρινό κιμά ζυμωμένο με λάχανο ή σουτζουκάκια κοτόπουλου ή γαλοπούλας τυλιγμένα με ξινολάχανο που στην τελική τους γεύση θυμίζουν τα παραπάνω πιάτα. Η κουζίνα της Θράκης βασίζεται σε υπέροχα υλικά που χρησιμοποιώ τακτικά όπως τον καβουρμά, τις σπιτικές χυλοπίτες, τον τραχανά, τα κρίταμα, τα θαλασσινά (μύδια, γαρίδες, ψείρες), την λακέρδα και πολλά άλλα νόστιμα.»

-Στην εποχή της κοινωνίας της αφθονίας και της παγκοσμιοποίησης, από τι έχει ανάγκη η τοπική γαστρονομία;

«Υπάρχει ένα κίνημα σε πολλές χώρες που προτρέπει τους καταναλωτές να μαγειρεύουν τρόφιμα που παράγονται σε μία μικρή ακτίνα από τον τόπο τους, και αυτό το εφαρμόζουν και εστιατόρια και με μεγάλη επιτυχία μάλιστα τόσο στην Αγγλία όσο και σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ. Η παγκοσμιοποίηση μπορεί να μας φέρνει στα πόδια μας κυριολεκτικά οτιδήποτε μπορούμε να ζητήσουμε από όλο τον κόσμο, αλλά σίγουρα ο κάθε τόπος τόσο κλιματικά όσο και γεωγραφικά έχει τις καλύτερες προϋποθέσεις για να παραχθούν ορισμένα προϊόντα. Αυτά θα πρέπει να συνεχίσει να παράγει ο κάθε τόπος, και αφού σ’ αυτά στηρίζεται η τοπική γαστρονομική παράδοση, και αυτή με την σειρά της θα συνεχίζει να υπάρχει. Ό,τι άλλο προσθέτει κανείς, από διάφορα υλικά ή τεχνικές, είναι ευπρόσδεκτα αρκεί να μην αλλοιώνουν το αποτέλεσμα. Πιο πρακτικά, ένα από τα πιάτα που τακτικά μαγειρεύουν στην Θράκη, το μυδοπίλαφο, αν το κάνουμε όπως το ιταλικό ριζότο, θα γίνει ένα νόστιμο χυλωμένο ρύζι με λαχταριστά ζουμερά μύδια χωρίς όμως το τελικό γευστικό αποτέλεσμα να είναι μακριά από το αυθεντικό παλιό καλό μυδοπίλαφο που όλοι μας ξέρουμε.»

-Έχει μέλλον η ελληνική κουζίνα; Πως τη φαντάζεστε μελλοντικά;

«Η Ελληνική κουζίνα είναι ένα σύνολο από τοπικές κουζίνες που στηρίζονται περισσότερο στα υλικά και λιγότερο στις τεχνικές. Τα τελευταία χρόνια όμως γίνονται βήματα μπροστά και σ’ αυτό συμβάλλουν οι σεφ που εντάσσουν στο μαγείρεμά τους τεχνικές από άλλες κουζίνες. Για παράδειγμα η μέθοδος sous vide που είναι αργό μαγείρεμα σε κενό αέρα σε χαμηλή θερμοκρασία, μας επιτρέπει να δούμε πιάτα της ελληνικής κουζίνας με άλλη ματιά. Τα καινούργια μηχανήματα όπως το thermomix δίνουν εκπληκτικά αποτελέσματα στην υφή ορισμένων πιάτων όπως η φάβα ή η μελιτζανοσαλάτα. Γενικά περνάμε μία φάση που ανακαλύπτουμε γευστικούς θησαυρούς από όλη την Ελλάδα, πολλά ελληνικά προϊόντα αντιμετωπίζονται σαν σπάνιες λιχουδιές και κάποια από αυτά είναι στ’ αλήθεια όπως το αυγοτάραχο, το καπνιστό χέλι, διάφορα ντόπια τυριά και γενικά πιο σπάνια προϊόντα που παράγει ο κάθε τόπος. Η συνείδηση του Έλληνα είναι δεμένη με τα υλικά και τις συνήθειες κάθε τόπου. Αυτό που βλέπω να γίνεται είναι ένα ραφινάρισμα στις γεύσεις, πιάτα που θεωρούσαμε πιο απλοϊκά και ανάξια λόγου όπως μια ταπεινή φασολάδα με λακέρδα να γίνονται πιο δημιουργικά τόσο στον τρόπο που μαγειρεύονται όσο και στον τρόπο που παρουσιάζονται σε πολλά εστιατόρια.»

-Έχουν αλλάξει οι γαστρονομικές συνήθειες του Έλληνα;

«Αρκετά τα τελευταία χρόνια. Η εστιατορική σκηνή άλλαξε, και πλέον μπορούμε να δοκιμάσουμε πολλές εθνικές κουζίνες ή να βρούμε στις αγορές μας πολλά υλικά από κάθε γωνιά του πλανήτη. Εξοικειωθήκαμε με πολλές νέες γεύσεις – για παράδειγμα τα ασιατικά φαγητά, την κινέζικη κουζίνα, ιταλικές γεύσεις αλλά παράλληλα κρατάμε σταθερά τις παραδόσεις. Οι ταβέρνες και τα μεζεδοπωλεία είναι πάντα πρώτα στην  προτίμησή μας, ίσως γιατί συνεχίζουν ένα μέρος της παράδοσης που όλοι  μας έχουμε ανάγκη να ακουμπάμε και να χρησιμοποιούμε σαν αναφορά και γιατί η δομή τους είναι ό,τι πρέπει ακριβώς για τους Έλληνες που είναι εξωστρεφείς και θέλουν να μοιράζονται την χαρά ενός στρωμένου τραπεζιού με πολλά φαγητά με τους φίλους και συγγενείς τους.»

Share/Save/Bookmark